ἐρίθακος

ἐρίθᾰκος, ,
A robin-redbreast, Erithacus rubecula, Arist.HA592b22, Gp.15.1.22, etc.; cf. ἐριθεύς, ἐρίθυλος:—the bird described as imitative by Porph.Abst.3.4 must be different.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερίθακος — ἐρίθακος, ὁ (AM) Ι. ωδικό πτηνό που μαθαίνει να ψελλίζει λέξεις όπως ο παπαγάλος ονομάζεται και εριθεύς, ερίθυλος, φοινίκουρος (κν. πετρίτης) 2. παροιμ. «οὐ τρέφει μία λόχμη δύο ἐριθάκους» γι’ αυτούς που προσπαθούν να κερδίσουν από μικρά πράγματα …   Dictionary of Greek

  • ἐρίθακος — robin redbreast masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριθάκους — ἐρίθακος robin redbreast masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίθακοι — ἐρίθακος robin redbreast masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερίθυλος — ἐρίθυλος, ὁ (Α) ο ερίθακος. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού ερίθακος*] …   Dictionary of Greek

  • εριθεύς — ἐριθεύς, ὁ (Α) ο ερίθακος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού ερίθακος*] …   Dictionary of Greek

  • έριθος — ἔριθος, ὁ, ἡ (Α) 1. (ιδιαίτερα για θεριστές) εργάτης με ημερομίσθιο 2. μτγν. αἱ ἔριθοι εργάτριες που γνέθουν και υφαίνουν το μαλλί, κλώστριες, υφάντριες («ἐρίων ἔριθοι») 3. (και για αράχνες) φρ. «πάντα δ’ ἐρίθων ἀραχνᾱν βρίθει» (Σοφ.) 4. μτφ.… …   Dictionary of Greek

  • παπαγάλοι — Δενδρόβια, κατά το μεγαλύτερο μέρος, πουλιά (ψιττακοί) της τάξης των ψιττακόμορφων, που ταυτίζεται με την οικογένεια των ψιττακιδών. Έχουν ράμφος ισχυρό και γαμψό, του οποίου οι δύο άνισοι βραχίονες είναι καμπυλωτοί με αντίθετη φορά ο καθένας: ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.